
17 Ιουλίου: Παγκόσμια ημέρα διεθνούς δικαιοσύνης
17 Ιουλίου, 2026Το παράδοξο της Ευρώπης: Δισεκατομμύρια για όπλα και βοήθεια στο εξωτερικό, ενώ οι συνταξιούχοι φτωχαίνουν

Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση διοχετεύει ιστορικά ποσά σε εξοπλισμούς και σε στήριξη τρίτων χωρών, ένα στοιχείο της κοινωνικής της πραγματικότητας παραμένει πεισματικά αμετάβλητο: περίπου ένας στους έξι συνταξιούχους στην Ένωση ζει με κίνδυνο φτώχειας. Το ζήτημα δεν είναι απλώς οικονομικό — είναι και πολιτικό, καθώς ανοίγει μια συζήτηση για τις προτεραιότητες του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού σε μια περίοδο γεωπολιτικής έντασης.
Η φτώχεια των συνταξιούχων σε αριθμούς
Σύμφωνα με τη Eurostat, το ποσοστό κινδύνου φτώχειας για τους συνταξιούχους στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε στο 15,4% το 2024, ελαφρώς αυξημένο σε σχέση με το 15,2% το προηγούμενο έτος. Στην Ευρωζώνη το ποσοστό είναι ακόμη υψηλότερο, στο 15,5%. Όταν ο δείκτης διευρύνεται ώστε να συμπεριλάβει και τον κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού για τους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών, φτάνει το 16,6% σε επίπεδο Ένωσης — αυξημένος από ιστορικό χαμηλό 13,2% το 2014.
Οι διαφορές ανάμεσα στα κράτη-μέλη είναι τεράστιες. Στη Λετονία, σχεδόν έναν στους δύο συνταξιούχους (48,7%) απειλεί η φτώχεια. Ακολουθούν η Εσθονία (40,7%) και η Λιθουανία (39,9%) — τρεις χώρες όπου το συνταξιοδοτικό σύστημα βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε κεφαλαιοποιητικά, ατομικά κεφάλαια που δεν προσφέρουν εγγυημένο ελάχιστο. Στον αντίποδα, η Τσεχία (8,6%), η Σλοβακία (9,1%) και το Λουξεμβούργο (10,1%) καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά.
Η Ελλάδα, παρά την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαπενταετίας, βρίσκεται σχετικά χαμηλά στην κατάταξη κινδύνου φτώχειας για συνταξιούχους (13,3%) — χαμηλότερα από τη Γερμανία (19%) και την Ιρλανδία (21,4%). Αυτό εξηγείται εν μέρει από τον ρόλο της εγγυημένης εθνικής σύνταξης ως δικτύου ασφαλείας, αλλά και από στατιστικές ιδιαιτερότητες στον τρόπο μέτρησης του μέσου εισοδήματος.
Πώς υπολογίζεται η σύνταξη — και γιατί η μέθοδος επηρεάζει τη φτώχεια
Ο τρόπος υπολογισμού της σύνταξης δεν είναι τεχνικό ζήτημα χωρίς συνέπειες, καθορίζει άμεσα ποιος κινδυνεύει να μείνει πίσω. Οι χώρες με «νοητή κεφαλαιοποίηση» (Ιταλία, Σουηδία, Πολωνία, Λετονία) συνδέουν στενά τη σύνταξη με το σύνολο των εισφορών μιας ζωής, τιμωρώντας διακοπές καριέρας, ανεργία ή χαμηλόμισθη εργασία — γι’ αυτό η Λετονία και η Λιθουανία εμφανίζουν τόσο υψηλά ποσοστά φτώχειας συνταξιούχων. Αντίθετα, συστήματα με ισχυρή εγγυημένη ελάχιστη σύνταξη (Ελλάδα, Γαλλία, Ολλανδία) απορροφούν καλύτερα τους κραδασμούς.
Στη Γερμανία, η σύνταξη υπολογίζεται με σύστημα πόντων (κάθε έτος εργασίας με τον μέσο μισθό αποδίδει έναν πόντο, με αξία πόντου 42,52€ από τον Ιούλιο του 2026), ενώ στην Ελλάδα συνδυάζονται η σταθερή εθνική σύνταξη (446,87€ πλήρης το 2026) με την ανταποδοτική, που φτάνει έως το 50% του μέσου μισθού σταδιοδρομίας στα 40 έτη ασφάλισης.
Η έκρηξη των αμυντικών δαπανών
Παράλληλα με αυτή την εικόνα, οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες αυξάνονται με ρυθμούς πρωτόγνωρους για τη μεταψυχροπολεμική εποχή. Σύμφωνα με στοιχεία του NATO, οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ο Καναδάς αύξησαν τις αμυντικές δαπάνες τους κατά σχεδόν 20% το 2025 σε σχέση με το 2024, φτάνοντας συνολικά τα 571 δισεκατομμύρια δολάρια. Μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη τον Ιούνιο του 2025, τα κράτη-μέλη δεσμεύτηκαν να φτάσουν το 5% του ΑΕΠ σε αμυντικές και συναφείς δαπάνες έως το 2035 — έναντι του παλαιότερου στόχου του 2%.
Η Γερμανία αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο αμυντικός προϋπολογισμός της αυξήθηκε κατά 23% σε πραγματικούς όρους το 2024 και κατά 18% το 2025, φτάνοντας τα 95 δισ. ευρώ — διπλάσιο του επιπέδου του 2021. Για το 2026 προβλέπονται 117,2 δισ. ευρώ, με στόχο τα 162 δισ. ευρώ έως το 2029 (3,2%-3,5% του ΑΕΠ). Αντίστοιχα, η Γαλλία αύξησε την αμυντική της δαπάνη στα 68,5 δισ. ευρώ για το 2026 (2,25% του ΑΕΠ), ενώ η Πολωνία διαθέτει ήδη το 4,48% του ΑΕΠ της σε εξοπλισμούς — το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη.
Η βοήθεια προς την Ουκρανία
Στο ίδιο διάστημα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη της έχουν διαθέσει πάνω από 200 δισεκατομμύρια ευρώ σε βοήθεια προς την Ουκρανία από την έναρξη του πολέμου το 2022, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (EEAS) — εκ των οποίων περίπου 77 δισ. ευρώ αφορούν αμιγώς στρατιωτική στήριξη. Τον Δεκέμβριο του 2025 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε νέο δάνειο 90 δισ. ευρώ για τις ανάγκες της Ουκρανίας το 2026-2027, αξιοποιώντας έσοδα από τα δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.
Βοήθεια εκτός Ευρώπης: «καλοί εταίροι» χωρίς όρους;
Πέρα από την Ουκρανία, η ΕΕ έχει συνάψει τα τελευταία δύο χρόνια σειρά μεγάλων πακέτων στήριξης προς μη ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως στο πλαίσιο συμφωνιών ελέγχου της μετανάστευσης: 7,4 δισ. ευρώ στην Αίγυπτο (Μάρτιος 2024, εκ των οποίων 5 δισ. ευρώ επιδοτούμενα δάνεια), 1 δισ. ευρώ στον Λίβανο (Μάιος 2024, έως το 2027), 210 εκατ. ευρώ στη Μαυριτανία, καθώς και προγενέστερες συμφωνίες με την Τυνησία. Πρόκειται για κρατικές, διμερείς συμφωνίες με χώρες εκτός ΕΕ, με βασικό αντάλλαγμα τον περιορισμό των μεταναστευτικών ροών προς την Ευρώπη.
Η σύγκριση αυτή, ωστόσο, χρειάζεται μια διόρθωση: δεν ισχύει ότι οι αδύναμες ευρωπαϊκές χώρες μένουν χωρίς στήριξη. Το Ταμείο Συνοχής και τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ διοχετεύουν 392 δισ. ευρώ την περίοδο 2021-2027 σε φτωχότερα κράτη-μέλη — η Ελλάδα λαμβάνει 13,1 δισ. ευρώ μόνο από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, η Βουλγαρία 11 δισ. ευρώ συνολικά μέσω της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης 2021-2027, ενώ Ρουμανία, Πολωνία και άλλες χώρες της Ανατολικής και Νότιας Ευρώπης καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις στη λήψη κονδυλίων συνοχής ως ποσοστό του ΑΕΠ τους. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για απουσία βοήθειας, αλλά για δύο εντελώς διαφορετικά συστήματα χρηματοδότησης.
Η πραγματική διαφορά εντοπίζεται αλλού, στους όρους. Η χρηματοδότηση προς τα κράτη-μέλη συνοδεύεται από αυστηρούς κανόνες απορρόφησης, συγχρηματοδότηση, δημοσιονομική εποπτεία και, σε περιόδους κρίσης, μνημόνια λιτότητας — όπως συνέβη με την Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Κύπρο κατά την κρίση χρέους της δεκαετίας του 2010. Αντίθετα, οι συμφωνίες με χώρες όπως η Αίγυπτος ή η Μαυριτανία, αν και μικρότερης κλίμακας, έχουν επικριθεί από οργανώσεις όπως η Human Rights Watch και το Statewatch ότι παρέχονται με ελάχιστους όρους λογοδοσίας σε ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με προτεραιότητα τον έλεγχο των συνόρων και όχι τη διαφάνεια της χρήσης των κονδυλίων. Το επιχείρημα των επικριτών, επομένως, δεν είναι τόσο ότι «δεν βοηθούνται» οι αδύναμες ευρωπαϊκές χώρες, όσο ότι αντιμετωπίζονται με διαφορετική —και σε πολλές περιπτώσεις αυστηρότερη— λογική λογοδοσίας απ’ ό,τι ορισμένοι μη ευρωπαϊκοί «εταίροι».
Οι υποστηρικτές αυτών των συμφωνιών απαντούν ότι η γεωγραφική εγγύτητα και ο ρόλος χωρών όπως η Αίγυπτος ή η Τυνησία στη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών δημιουργούν διαφορετικά κίνητρα και ανάγκες σε σχέση με την εσωτερική συνοχή της Ένωσης, και ότι η σύγκριση μεταξύ εξωτερικής βοήθειας και εσωτερικών ταμείων συνοχής δεν είναι απόλυτα ομοειδής, καθώς εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς.
Η ταυτόχρονη αύξηση αμυντικών δαπανών και βοήθειας στο εξωτερικό, με φόντο την επιμονή της φτώχειας στους συνταξιούχους, τροφοδοτεί μια πολιτική αντιπαράθεση σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Κόμματα και συνδικαλιστικές οργανώσεις που επικρίνουν τη στροφή προς τις αμυντικές δαπάνες υποστηρίζουν ότι ο δημοσιονομικός χώρος που δεσμεύεται για εξοπλισμούς και εξωτερική βοήθεια θα μπορούσε να ενισχύσει τα συνταξιοδοτικά συστήματα, ιδίως σε χώρες όπου η φτώχεια των ηλικιωμένων παραμένει υψηλή.
Ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη απ’ όσο φαίνεται σε πρώτη ανάγνωση. Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες τα συνταξιοδοτικά συστήματα χρηματοδοτούνται κυρίως από ξεχωριστές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης εργαζομένων και εργοδοτών, όχι απευθείας από τον ίδιο κρατικό προϋπολογισμό που καλύπτει τις αμυντικές δαπάνες — άρα δεν πρόκειται για απευθείας «μεταφορά» κονδυλίων, αλλά για έμμεσο ανταγωνισμό επί του συνολικού δημοσιονομικού χώρου και των κρατικών επιδοτήσεων που πολλά ταμεία λαμβάνουν για να καλύψουν ελλείμματα. Υποστηρικτές της αύξησης των αμυντικών δαπανών επικαλούνται την απειλή που εκτιμούν ότι συνιστά η Ρωσία και την ανάγκη η Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο της δικής της άμυνας, ενώ υποστηρικτές της βοήθειας προς την Ουκρανία τη θεωρούν επένδυση στην ίδια την ευρωπαϊκή ασφάλεια μακροπρόθεσμα.
Το ζήτημα, επομένως, δεν έχει μία απλή απάντηση, αλλά αναδεικνύει μια πραγματική ένταση: μια Ευρώπη που οπλίζεται με ρυθμούς Ψυχρού Πολέμου καλείται ταυτόχρονα να πείσει τους πολίτες της — και ιδίως τους μεγαλύτερους σε ηλικία, που συχνά αποτελούν και τη μεγαλύτερη εκλογική βάση — ότι το κοινωνικό κράτος δεν θυσιάζεται στον βωμό της γεωπολιτικής.
Πηγές:
Eurostat (EU-SILC 2025/2026), NATO Secretary General’s Annual Report 2025, European Parliament Think Tank – EU Member States’ defence budgets (Μάρτιος 2026), European External Action Service – EU Assistance to Ukraine, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Consilium), Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Cohesion Policy / Cohesion Fund, ΕΛΙΑΜΕΠ – Allocation of Cohesion funding, Statewatch, Human Rights Watch, e-ΕΦΚΑ, Deutsche Rentenversicherung.

