
Παγκόσμια Ημέρα για την Υγεία του Πεπτικού Συστήματος
29 Μαΐου, 202630 Μαΐου 1941: Η Νύχτα που η Ακρόπολη ξαναπήρε την ανάσα της

Ήταν 30 Μαΐου του 1941. Η Αθήνα βρισκόταν ήδη υπό γερμανική κατοχή για περισσότερο από έναν μήνα, και η Κρήτη δεχόταν τα τελευταία σφοδρά πλήγματα των ναζιστικών δυνάμεων. Στην κορυφή του ιερού βράχου της Ακρόπολης, δίπλα στο λευκό κάλλος του Παρθενώνα, κυμάτιζε προκλητικά η τεράστια πολεμική σημαία του Γ’ Ράιχ με τον αγκυλωτό σταυρό. Για τους υποδουλωμένους Έλληνες, το θέαμα αυτό αποτελούσε έναν αβάσταχτο βραχνά που «πλάκωνε τον ουρανό της Αθήνας» και στιγμάτιζε τον παγκόσμιο πολιτισμό.
Εκείνη τη νύχτα, δύο 19χρονοι φοιτητές, ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος (Λάκης) Σάντας, αποφάσισαν να μετατρέψουν τη βουβή οργή σε πράξη. Με όπλα τους τη νεανική ορμή, την αγάπη για την ελευθερία και έναν χάρτη της Ακρόπολης από την εγκυκλοπαίδεια «Ελευθερουδάκη», έγραψαν μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της ευρωπαϊκής αντίστασης.
Το χρονικό της μεγάλης απόδρασης προς την κορυφή
Η ιδέα γεννήθηκε λίγες μέρες νωρίτερα, όταν οι δύο φίλοι κοίταζαν από το Ζάππειο το ναζιστικό σύμβολο να μολύνει τον αττικό ουρανό. Κατάλαβαν αμέσως ότι έπρεπε να δράσουν. Μελέτησαν προσεκτικά τον βράχο και ανακάλυψαν το μοναδικό τυφλό σημείο των Γερμανών φρουρών: τη σπηλιά του Ερεχθείου, μέσα από την οποία περνούσε μια αρχαία δίοδος που οδηγούσε κοντά στον ιστό της σημαίας.
Το βράδυ της 30ης Μαΐου, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, οι δύο νέοι πήδηξαν τα σύρματα κοντά στο νοσοκομείο «Ελπίς» και κινήθηκαν προς τον αρχαιολογικό χώρο. Σκαρφάλωσαν με απόλυτη προσοχή από την πλευρά του Αναφιώτικων, μπήκαν στη σπηλιά και άρχισαν να ανεβαίνουν χρησιμοποιώντας τις ξύλινες σκαλωσιές που είχαν αφήσει εκεί οι αρχαιολόγοι.

Όταν έφτασαν στην επιφάνεια του βράχου, η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά. Η γερμανική φρουρά βρισκόταν λίγα μέτρα πιο πέρα, μεθυσμένη και χαλαρή, γιορτάζοντας τη διαφαινόμενη επικράτηση των δυνάμεών τους στην Κρήτη. Ο Γλέζος και ο Σάντας πλησίασαν έρποντας τον ιστό. Με γρήγορες και συντονισμένες κινήσεις, έλυσαν τα σχοινιά, κατέβασαν την πελώρια σημαία (διαστάσεων 4×2 μέτρων) και με τη βοήθεια ενός σουγιά την έσκισαν, κρατώντας από ένα κομμάτι ως ενθύμιο.
Κατά την επιστροφή τους, συνάντησαν έναν αστυφύλακα, τον Παναγιώτη Βουτόπουλο. Αν και την επόμενη ημέρα εκείνος κατάλαβε αμέσως ποιοι ήταν οι δράστες της ιστορικής ενέργειας, κράτησε το μυστικό προστατεύοντας τη ζωή τους.
Η οργή των κατακτητών και ο αντίκτυπος στην Ευρώπη
Το επόμενο πρωί, η Αθήνα ξύπνησε αντικρίζοντας τον ιστό της Ακρόπολης άδειο. Το ηθικό των Ελλήνων αναπτερώθηκε ακαριαία, καθώς το μήνυμα ήταν σαφές: ο κατακτητής δεν ήταν ανίκητος.
Η αντίδραση των γερμανικών αρχών κατοχής ήταν σφοδρή. Εξέδωσαν αμέσως ανακοίνωση στην οποία ανέφεραν ότι «υπεξηρέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ’ αγνώστων δραστών», επέβαλαν στους υπεύθυνους την ποινή του θανάτου και απέλυσαν ολόκληρη τη γερμανική φρουρά, στέλνοντας τους υπεύθυνους αξιωματικούς σε στρατοδικείο. Παράλληλα, οι ντόπιοι συνεργάτες των Ναζί κατήγγειλαν την ενέργεια στον εγχώριο Τύπο, προσπαθώντας να τρομοκρατήσουν τον λαό.

Ωστόσο, το σπίρτο είχε ήδη ανάψει. Τα συμμαχικά ραδιόφωνα μετέδωσαν την είδηση με ενθουσιασμό, χαρακτηρίζοντας την πράξη των δύο Ελλήνων ως την πρώτη οργανωμένη αντιστασιακή ενέργεια στην κατεχόμενη Ευρώπη. Χρόνια αργότερα, ο Γάλλος στρατηγός Σαρλ ντε Γκωλ θα αποκαλούσε τον Μανώλη Γλέζο «πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης».
Το τίμημα της ελευθερίας
Αν και οι Ναζί καταδίκασαν ερήμην σε θάνατο τους δύο νεαρούς, η ταυτότητά τους παρέμεινε κρυφή για αρκετό καιρό. Σχεδόν έναν χρόνο μετά, στις 24 Μαρτίου 1942, ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη από γερμανικό κλιμάκιο. Φυλακίστηκε στις διαβόητες φυλακές Αβέρωφ, όπου υπέστη φρικτά βασανιστήρια, με αποτέλεσμα να προσβληθεί από βαριάς μορφής φυματίωση και να αφεθεί προσωρινά ελεύθερος.
Η δίωξή του δεν σταμάτησε εκεί. Το 1943 συνελήφθη εκ νέου από τις ιταλικές δυνάμεις κατοχής, ενώ στις αρχές του 1944 φυλακίστηκε πάλι, αυτή τη φορά από Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών, για «επικίνδυνη αντεθνική δράση». Κατάφερε να δραπετεύσει τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, λίγο πριν την απελευθέρωση.
Μια κληρονομιά που ανήκει στο Έθνος
Η υποστολή της σβάστικας από την Ακρόπολη δεν ήταν απλώς ένα παράτολμο νεανικό κατόρθωμα, αλλά μια πράξη παγκόσμιου συμβολισμού. Όπως δήλωσαν δεκαετίες αργότερα οι δύο πρωταγωνιστές, αναπολώντας εκείνα τα γεγονότα: «Αισθανθήκαμε ότι είμαστε απόγονοι των μεγάλων προγόνων μας» ανέφερε συγκινημένος ο Απόστολος Σάντας, με τον Μανώλη Γλέζο να συμπληρώνει: «Αυτή η ιστορία δεν ανήκει πια σε εμάς. Ανήκει στον λαό μας, στο έθνος μας».
Σήμερα, 85 χρόνια μετά, η μνήμη της 30ης Μαΐου 1941 παραμένει ζωντανή, υπενθυμίζοντας ότι το φως της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπορεί να νικήσει ακόμα και το πιο βαθύ σκοτάδι του ολοκληρωτισμού.

